πιλέα

(pilea). Φυτό δικοκτυλήδονο της οικογένειας των Ουρτικιδών. Αριθμεί 150 είδη, που ευδοκιμούν σε τροπικές και παρατροπικές περιοχές, κυρίως της Αμερικής. Οι π. είναι πόες πολυετείς ή μονοετείς, με φύλλα αντίθετα και τρίνευρα. Τα άνθη τους είναι μόνοικα ή δίοικα, συνήθως μικρά, κατά δέσμες. Οι καρποί τους είναι ωοειδείς, και, μερικές φορές, τελείως σφαιρικοί. Μερικά είδη καλλιεργούνται σε γλάστρες για τα σαρκώδη και λαμπερά φύλλα τους με τους τοξοειδείς κυρτούς βλαστούς τους. Πολλαπλασιάζονται εύκολα με μοσχεύματα. Τα γνωστότερα είδη είναι η π. η βρυώδης, φυτό ιθαγενές του Μεξικού η π. η σερπυλόφυλληκαι η π. η καδιέρεια.
* * *
η, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών τής οικογένειας ουρτικίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. pilea (< λατ. pilleus «πίλος, τσόχινο καπέλο»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.